συμφωνητικό(ν)

συμφωνητικό(ν)
договор, соглашение (письменное), контракт

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "συμφωνητικό(ν)" в других словарях:

  • συμφωνητικό — το γραπτή συμφωνία: Υπέγραψαν συμφωνητικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συμφωνητικό — το, Ν [συμφωνώ] έγγραφο με το οποίο συνομολογείται μια συμφωνία, ιδιωτικό συμβόλαιο …   Dictionary of Greek

  • συνυποσχετικό — το, Ν 1. συμφωνητικό με το οποίο οι συμβαλλόμενοι υπόσχονται αμοιβαίως κάτι 2. (νομ.) συμφωνητικό για εξαίρεση ορισμένης διαφοράς ή συνόλου διαφορών από τη δικαιοδοσία τών αρμόδιων δικαστηρίων και η υπαγωγή τους στη διαιτησία. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • δασκαλικός — και δασκαλικός, η, ο (AM διδασκαλικός, ή, όν) Ι. 1. αυτός που ταιριάζει, ανήκει ή αναφέρεται σε δάσκαλο 2. φρ. «διδασκαλικό χωρίο» ή «τόπος διδασκαλικός» χωρίο από το οποίο εξάγεται φανερά η ερμηνεία λέξης ή η εφαρμογή γραμματικού ή συντακτικού… …   Dictionary of Greek

  • διδασκαλικός — ή, ό (Α διδασκαλικός, ή, όν) και δασκαλικός, ή, ό και δασκάλικος, η, ο [διδάσκαλος] αυτός που αναφέρεται σε διδάσκαλο αρχ. νεοελλ. φρ. «διδασκαλικός τόπος, διδασκαλικό(ν) χωρίο(ν)» χωρίο με το οποίο ερμηνεύεται φανερά η σημασία λέξεως ή πράγματος …   Dictionary of Greek

  • ενοικιαστήριος — α, ο 1. αυτός που αναφέρεται στην ενοικίαση 2. το ουδ. ως ουσ. το ενοικιαστήριο α) συμβόλαιο ή συμφωνητικό μισθώσεως β) έγγραφη αγγελία σε εφημερίδα ή σε εμφανές σημείο τού ακινήτου με την οποία ανακοινώνεται η ύπαρξη διαθέσιμου ακινήτου για… …   Dictionary of Greek

  • επερώτημα — ἐπερώτημα, το (AM) [επερωτώ] μσν. συμφωνητικό, συμβόλαιο αρχ. 1. ερώτημα 2. απόφαση, έγκριση 3. εμπιστοσύνη, πεποίθηση …   Dictionary of Greek

  • καπίτολον — και καπίτουλον, τὸ (Μ) συμφωνητικό ειρήνης, παράδοσης ή ανακωχής. [ΕΤΥΜΟΛ. < λατ. capitulum] …   Dictionary of Greek

  • κοντράτο — το (Μ κοντράτο) συμβόλαιο, συμφωνητικό, σύμβαση. [ΕΤΥΜΟΛ. < βεν. contrato] …   Dictionary of Greek

  • μισθωτήριο — το (Α μισθωτήριον) νεοελλ. έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό ή δημόσιο συμβόλαιο που περιλαμβάνει τους όρους μιας μίσθωσης αρχ. 1. τόπος όπου γινόταν η μίσθωση τών εργατών 2. σωματείο τών μισθωτών. [ΕΤΥΜΟΛ. < μισθώνω + επίθημα τήριο] …   Dictionary of Greek

  • ναύλωμα — το (Α ναύλωμα) [ναυλώνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού ναυλώνω, η ναύλωση 2. το συμφωνητικό ναύλωσης πλοίου …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»